Νοητική Υστέρηση – Όσα θα πρέπει να γνωρίζουμε!

Κατά καιρούς έχουν χρησιμοποιηθεί διάφοροι όροι για να περιγράψουν αυτό που σήμερα αποκαλούμε «νοητική υστέρηση».

Έχουν χρησιμοποιηθεί οι όροι «ιδιωτεία», «ολιγοφρένεια», «κρετινισμός», «νοητική αναπηρία-ανεπάρκεια» κτλ.

Ο όρος όμως που επικράτησε είναι η «νοητική καθυστέρηση» και είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στις ελληνικές μεταφράσεις των διαγνωστικών εγχειριδίων ICD-10 (International Classification of Diseases and Related Health Problems) και DSM-IV (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Παρόλα αυτά πολλοί συγγραφείς κλίνουν προς τον όρο «νοητική υστέρηση» που χρησιμοποιείται ευρύτατα διότι αποδίδει με μεγαλύτερη ακρίβεια την κλινική οντότητα για την οποία γίνεται λόγος.

Άλλωστε ο όρος «καθυστέρηση» αφήνει περιθώρια εικασίας ότι το άτομο «επιβραδύνεται» νοητικά, «αργεί» σε σχέση με τα άτομα της ίδιας ηλικίας.

Αλλά δε συμβαίνει κάτι τέτοιο καθώς η νοητική ανάπτυξη του ατόμου, δεν επιβραδύνεται απλά. Υπολείπεται πάντα σε σχέση με αυτήν των ατόμων ίδιας ηλικίας και δε φτάνει ποτέ στα ίδια επίπεδα με την νοητική ανάπτυξή τους.

Εάν λοιπόν το παιδί εμφανίζει νοητική υστέρηση (ΝΥ), ο εγκέφαλός του δεν έχει αναπτυχθεί σωστά ή με κάποιο τρόπο έχει υποστεί βλάβη. Χαρακτηρίζεται δε από νοητική ικανότητα κάτω από το μέσο όρο και συνοδεύεται από μειωμένη ικανότητα προσαρμογής.

νοητική υστέρηση
Νοητική Υστέρηση

Ανάλογα με την βαρύτητά της, η νοητική υστέρηση ταξινομείται σε 4 κατηγορίες:

  • Ήπια Νοητική Υστέρηση (με δείκτη νοημοσύνης από 50-55 έως 70),
  • Μέτρια Νοητική Υστέρηση (με δείκτη νοημοσύνης από 35-40 έως 50-55)
  • Σοβαρή Νοητική Υστέρηση (με δείκτη νοημοσύνης από 20-25 έως 35-40) και
  • Βαριά Νοητική Υστέρηση (με δείκτη νοημοσύνης κάτω από 20-25).

Υπάρχει και η κατηγορία της Οριακής νοημοσύνης στην οποία συγκαταλέγονται τα άτομα με δείκτη νοημοσύνης(IQ) : 85-70.

Η νοημοσύνη στη συγκεκριμένη περίπτωση χαρακτηρίζεται και ως υπολειπόμενη / οριακή νοημοσύνη, ή αλλιώς στα κατώτερα όρια του φυσιολογικού.

Τα άτομα αυτά δεν θεωρούνται άτομα με νοητική υστέρηση αλλά «βραδυμαθή», δηλαδή μπορούν να εκπαιδευτούν σε κανονικά σχολεία και να βοηθηθούν με τροποποιήσεις του προγράμματος και των μεθόδων διδασκαλίας από τον δάσκαλο, να έχουν παράλληλη στήριξη ή και να παρακολουθήσουν κάποιο τμήμα ένταξης.

Το ποσοστό εμφάνισης της νοητικής υστέρησης υπολογίζεται γύρω στο 1-3% του πληθυσμού, με ελαφρώς μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης στα αγόρια από ό,τι στα κορίτσια.

Η Νοητική Υστέρηση αφορά τόσο το χαμηλό δείκτη νοημοσύνης όσο και τα προβλήματα προσαρμογής στην καθημερινότητα.

Υπάρχουν επίσης μαθησιακά προβλήματα, προβλήματα στην εκφορά λόγου, και κοινωνική και σωματική υστέρηση.

Οι βαριές περιπτώσεις νοητικής υστέρησης ενδέχεται να διαγιγνώσκονται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό.

Ωστόσο σε πιο ήπιες περιπτώσεις ο γονιός μπορεί να μην αντιληφθεί το πρόβλημα με το παιδί, μέχρις ότου αυτό αρχίσει να αποτυγχάνει στην επίτευξη κάποιων στόχων που συνδέονται με την ανάπτυξη.

Το παιδί μπορεί να χρειαστεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να μάθει τη γλώσσα, να αναπτύξει κοινωνικές δεξιότητες, και να φροντίζει για τις προσωπικές του ανάγκες όπως το ντύσιμο ή το φαγητό.

Πάντως, σχεδόν όλες οι περιπτώσεις Νοητικής Υστέρησης, διαγιγνώσκονται πριν από την ηλικία των 18 ετών.

Τα συμπτώματα της Νοητικής Υστέρησης

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά των παιδιών με νοητική υστέρηση αφορούν σε δυσκολίες και προβλήματα στη γλωσσική ανάπτυξη και επικοινωνία, στην προσοχή, στη μνημονική λειτουργία και στις αντιληπτικές λειτουργίες. Συγκεκριμένα:

Προβλήματα γλωσσικής ανάπτυξης και επικοινωνίας: Τα προβλήματα αυτά οφείλονται κυρίως στην αδυναμία τους να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν σωστά τις διάφορες κοινωνικές καταστάσεις, λόγω της ανεπάρκειας των γνωστικών λειτουργιών τους με συνέπεια να εξωτερικεύουν με ακατάλληλο τρόπο κάποιες ακατάλληλες σκέψεις για την συγκεκριμένη περίσταση, πράγμα που δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα και αμηχανία στο περιβάλλον τους.

Προβλήματα προσοχής: Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν σημαντικά μαθησιακά προβλήματα που οφείλονται στη δυσκολία να συγκεντρώνουν την προσοχή τους στο ερέθισμα που τους ζητείται να προσέξουν.

Προβλήματα μνήμης: Η μνήμη θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες μάθησης. Η βραχυπρόθεσμη μνήμη αποτελεί σημαντικό παράγοντα της νοητικής υστέρησης και μερικές φορές θεωρείται και ως κύριος παράγοντάς της, ενώ η μακροχρόνια μνήμη φαίνεται πως δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα.

Προβλήματα αντίληψης: Οι βλάβες αισθητήριων οργάνων όπως η όραση και η ακοή καθώς και οι δυσλειτουργίες των αντιληπτικών λειτουργιών προκαλούν κάποιες διαταραχές στα παιδιά αυτά.

Για παράδειγμα δύσκολα ανταποκρίνονται σε ασκήσεις οπτικής αντίληψης και διάκρισης για να επισημάνουν π.χ. ομοιότητες και διαφορές δύο εικόνων.

Συναντούμε επίσης:

  • Ελλείμματα στη μνήμη των δεξιοτήτων
  • Δυσκολία στη μάθηση των κοινωνικών κανόνων
  • Δυσκολία με τις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων
  • Καθυστερήσεις στην ανάπτυξη προσαρμοστικών συμπεριφορών, όπως οι δεξιότητες αυτοφροντίδας ή αυτοεξυπηρέτησης
  • Έλλειψη κοινωνικών αναστολών

Αν το παιδί έχει Νοητική Υστέρηση ο γονιός μπορεί να παρατηρήσει σε αυτό επιθετικότητα, εξάρτηση από ένα πρόσωπο, αποχή από τις κοινωνικές δραστηριότητες, προσπάθειες επικέντρωσης της προσοχής του περίγυρου πάνω του, παθητικότητα, τάσεις αυτοτραυματισμού, πείσμωμα, ψυχωτικές διαταραχές  και χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Επίπεδα Νοητικής Υστέρησης

Ήπια Νοητική Υστέρηση (με δείκτη νοημοσύνης από 50-55 έως 70)

Ορισμένα από τα συμπτώματα που εμφανίζει ένα παιδί με ήπια νοητική υστέρηση είναι τα παρακάτω:

  • Καθυστέρηση στην εκμάθηση της ομιλίας, αλλά καλή επικοινωνία με τους άλλους αφού τελικά μάθει να μιλά.
  • Πλήρης ανεξαρτησία σε ό,τι αφορά την προσωπική φροντίδα και την αυτοεξυπηρέτηση όσο μεγαλώνει
  • Προβλήματα με τη γραφή και την ανάγνωση
  • Κοινωνική ανωριμότητα
  • Αυξημένη δυσκολία στις ευθύνες του γάμου ή της ανατροφής των παιδιών

Μέτρια Νοητική Υστέρηση (με δείκτη νοημοσύνης από 35-40 έως 50-55)

Ορισμένα από τα συμπτώματα που εμφανίζει ένα παιδί με μέτρια νοητική υστέρηση είναι τα παρακάτω:

  • Καθυστέρηση στην κατανόηση και στην εκμάθηση της γλώσσας
  • Δυσκολία στην επικοινωνία με τους άλλους
  • Μπορεί να μάθει βασικές δεξιότητες ανάγνωσης, γραφής και καταμέτρησης
  • Γενικά δεν είναι σε θέση να ζήσει μόνο του
  • Μπορεί συχνά να μετακινείται μόνο του σε οικεία μέρη
  • Μπορεί να λαμβάνει μέρος σε αρκετές κοινωνικές δραστηριότητες

Σοβαρή Νοητική Υστέρηση (με δείκτη νοημοσύνης από 20-25 έως 35-40)

Ορισμένα από τα συμπτώματα που εμφανίζει ένα παιδί με σοβαρή νοητική υστέρηση είναι τα παρακάτω:

  • Αισθητή δυσκολία στην κινητικότητα
  • Σοβαρή βλάβη ή μη φυσιολογική ανάπτυξη του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος

Βαριά Νοητική Υστέρηση (με δείκτη νοημοσύνης κάτω από 20-25)

Ορισμένα από τα συμπτώματα που εμφανίζει ένα παιδί με βαριά νοητική υστέρηση είναι τα παρακάτω:

  • αδυναμία κατανόησης ή συμμόρφωσης με αιτήματα ή οδηγίες
  • πιθανή ακινησία
  • ακράτεια
  • πολύ βασική μη λεκτική επικοινωνία
  • αδυναμία ανεξάρτητης φροντίδας των δικών του αναγκών
  • ανάγκη συνεχούς βοήθειας και επίβλεψης

Ποια είναι τα αίτια της Νοητικής Υστέρησης;

Τα αίτια που ευθύνονται για την νοητική καθυστέρηση ταξινομούνται κυρίως σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στους βιολογικούς παράγοντες, οι οποίοι αφορούν γενετικά και περιβαλλοντικά αίτια και στους ψυχολογικούς παράγοντες.

Συγκεκριμένα τα γενετικά αίτια εμφανίζονται από την στιγμή της σύλληψης.

Σε αυτά περιλαμβάνονται και τα αίτια που οφείλονται σε κληρονομικούς παράγοντες.

Τα γενετικά αίτια οφείλονται κυρίως σε χρωμοσωμικές ανωμαλίες.

Οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες αποτελούν την πιο συνήθη γενετική αιτία νοητική υστέρησης. Η πιο γνωστή από αυτές τις ανωμαλίες είναι το σύνδρομο Down.

Τα περιβαλλοντικά αίτια οφείλονται κυρίως σε εξωγενείς παράγοντες και εμφανίζονται κατά την περίοδο της κύησης, κατά τον τοκετό και κατά την παιδική ηλικία.

Μία λοίμωξη κατά την κύηση, η έκθεση του εμβρύου σε αλκοόλ, ναρκωτικά ή τοξικές ουσίες, αλλά και κατά τον τοκετό, ένα τραύμα όπως στέρηση οξυγόνου (ασφυξία), μπορεί να οδηγήσουν σε νοητική υστέρηση.

Οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες που προκαλούν νοητική υστέρηση αφορούν κυρίως το περιβάλλον του παιδιού.

To χαμηλό κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, οι δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης (υποσιτισμός κτλ), η έλλειψη καθημερινής φροντίδας και οι διαταραγμένες ενδοοικογενειακές σχέσεις, επηρεάζουν σημαντικά την εξέλιξη του παιδιού.

Πολλές φορές η αγωνία των γονέων για επιβίωση οδηγεί συνήθως στην αδιαφορία απέναντι στα παιδιά ακόμα και στην παιδική κακοποίηση αλλά περισσότερο στην έλλειψη επικοινωνίας, η οποία επηρεάζει κυρίως την ανάπτυξη του λόγου και ο οποίος θεωρείται σημαντικός όχι μόνο για την γνωστική ανάπτυξη αλλά και για την επικοινωνία και την κοινωνική ένταξη του παιδιού.

Πώς διαγιγνώσκεται η Νοητική Υστέρηση;

Η διαγνωστική προσέγγιση των παιδιών με νοητική υστέρηση είναι πιο δύσκολη από αυτή των φυσιολογικών, καθώς αυτά είναι συχνά φοβισμένα ή αρνούνται τη δοκιμασία των διαγνωστικών τεστ και δε συνεργάζονται.

Τα κυριότερα μέσα διάγνωσης της νοητικής υστέρησης είναι τα διάφορα τεστ που μετρούν τη νοημοσύνη και τη λειτουργικότητα του παιδιού.

Πριν γίνει όμως αναφορά σε αυτά είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί η έννοια του νοητικού πηλίκου το οποίο μετρούν τα τεστ νοημοσύνης.

Το νοητικό πηλίκο δημιουργήθηκε για να μπορέσει να διαπιστωθεί με αριθμητικές έννοιες η σχέση μεταξύ της χρονολογικής ηλικίας του ατόμου και της νοητικής ηλικίας του.

Το νοητικό πηλίκο προκύπτει αν διαιρέσουμε τη νοητική ηλικία (μετρημένη σε μήνες) με τη χρονολογική ηλικία (επίσης μετρημένη σε μήνες) και πολλαπλασιάσουμε το πηλίκο με το 100.

Το πηλίκο αυτό ονομάζεται και δείκτης νοημοσύνης. Στον κανονικό πληθυσμό ο μέσος δείκτης νοημοσύνης είναι 100 και η τυπική απόκλιση 15.

Τα σημαντικότερα διαγνωστικά τεστ είναι η κλίμακα νοημοσύνης Stanford-Binet, οι κλίμακες νοημοσύνης Wechsler για ενήλικες (WAIS-R) και για παιδιά (WISC-ΙΙΙ), το Georgas τεστ νοημοσύνης για παιδιά, καθώς και διάφορα τεστ που εκτιμούν τις σχολικές δεξιότητες, την προσαρμοστική συμπεριφορά, τις αντιληπτικές και κινητικές δεξιότητες, την προσωπικότητα και την κοινωνική προσαρμογή.

Τα περισσότερα εργαλεία για την αξιολόγηση της προσαρμοστικής συμπεριφοράς του παιδιού περιέχουν μία σειρά ερωτήσεων που απαντώνται από ένα οικείο πρόσωπο του ατόμου.

Η μέτρηση της προσαρμοστικής συμπεριφοράς έχει αποδειχθεί δύσκολη σε μεγάλο βαθμό λόγω της σχετικής φύσης της κοινωνικής προσαρμογής και επάρκειας​.

Η συμπεριφορά που θεωρείται κατάλληλη σε μία κατάσταση ή από μία ομάδα μπορεί να μη θεωρείται κατάλληλη σε κάποια άλλη περίσταση ή από κάποια άλλη ομάδα.

Όλα αυτά πρέπει να ληφθούν υπόψη από τον γιατρό.

​Είναι σημαντική βέβαια η διαφορική διάγνωση της Νοητικής Υστέρησης, καθώς άλλα προβλήματα ή παθήσεις μπορούν να δώσουν συμπτωματολογία που να προσομοιάζει αυτήν του εξεταζόμενου στο άρθρο προβλήματος, αλλά να είναι κάτι τελείως διαφορετικό.

Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά τις Μαθησιακές Δυσκολίες, όταν δεν συνυπάρχουν με τη νοητική υστέρηση πρέπει να διαχωριστούν απ’ αυτή με βάση το ότι σ’ αυτές υπάρχει έλλειμμα σε κάποια συγκεκριμένη λειτουργία (ανάγνωση, γραφή κτλ.) και όχι γενικευμένη ανεπάρκεια της διανοητικής λειτουργίας και της προσαρμοστικότητας.

Στην περίπτωση των Διάχυτων Αναπτυξιακών Διαταραχών η διαφορική διάγνωση από τη νοητική υστέρηση γίνεται με βάση το ότι σ’ αυτές υπάρχει ποιοτική έκπτωση στην ανάπτυξη διαπροσωπικής επικοινωνίας, καθώς και των λεκτικών και μη λεκτικών δεξιοτήτων.

Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνεται και το Σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας.

Τέλος πρέπει να αποκλειστούν οι διαταραχές αισθητηρίων οργάνων (η βαρηκοΐα ή η φτωχή όραση μπορεί να δίνει την εντύπωση νοητικά υστερημένου ατόμου), οι διαταραχές λόγου κεντρικής αιτιολογίας, η εγκεφαλική παράλυση ( μπορεί και στις βαρύτερες μορφές εγκεφαλικής παράλυσης η νοημοσύνη να είναι φυσιολογική αλλά το άτομο είναι παγιδευμένο στην κινητική του αναπηρία) και τα πρωτοπαθή ψυχικά νοσήματα.

Στην συνεκτίμηση του παιδιού με νοητική υστέρηση μπορεί να απαιτηθεί η συνεισφορά μίας σειράς ειδικών όπως ενός ψυχολόγου, ενός λογοθεραπευτή, ενός κοινωνικού λειτουργού, ενός παιδονευρολόγου, ενός φυσιοθεραπευτή κτλ.

Είναι δυνατή δε και η διενέργεια εργαστηριακών και απεικονιστικών εξετάσεων για τη διάγνωση προβλημάτων στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, γενετικών ή μεταβολικών διαταραχών (για παράδειγμα η φαινυλκετονουρία η οποία είναι γενετικό μεταβολικό νόσημα που οφείλεται σε έλλειμμα σύνθεσης του ενζύμου που επιτρέπει τη μετατροπή της φαινυλαλανίνης (Phe) σε τυροσίνη (Tyr).

Το έλλειμμα προκαλεί αύξηση της συγκέντρωσης της φαινυλαλανίνης, η οποία είναι τοξική για τον εγκέφαλο καθώς και μερικό έλλειμμα τυροσίνης) κτλ.

Θεραπεία Νοητικής Υστέρησης

Η εξέλιξη της νοητικής υστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τη βαρύτητά της.

Ορισμένες βαριές μορφές καθυστέρησης επιδεινώνονται προοδευτικά και καταλήγουν σε πρόωρο θάνατο.

Στις ελαφρές και μέτριας μορφής καθυστερήσεις το άτομο μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής του με την κατάλληλη εκπαίδευση.

Η θεραπεία  σχεδιάζεται διεπιστημονικά , ανάλογα με τα αίτια και αρχίζει με τον καθορισμό και την θεραπεία των σωματικών προβλημάτων και συνεχίζει με τον εμπλουτισμό των περιβαλλοντικών ερεθισμάτων.

Οι περισσότερες μορφές θεραπείας είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να βοηθήσουν το άτομο με Νοητική Υστέρηση να μεγιστοποιήσει τις ικανότητες του για αυτοεξυπηρέτηση και κοινωνική και επαγγελματική λειτουργικότητα.

Η θεραπευτική αγωγή είναι  πολλαπλή  και περιλαμβάνει φαρμακευτική, διορθωτική,  εκπαιδευτική,  και  υποστηρικτική αγωγή.

Φαρμακευτική αγωγή

Η φαρμακευτική αγωγή χρησιμοποιείται αρκετά συχνά στα άτομα με νοητική υστέρηση, όχι όμως για να βελτιώσει το νοητικό επίπεδο, αλλά για να αντιμετωπίσει ιατρικά προβλήματα και προβλήματα συμπεριφοράς που συνδέονται με την εξελικτική υστέρηση του ατόμου.

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνότερα είναι τα αντιεπιληπτικά, τα μείζονα ηρεμιστικά και τα αντικαταθλιπτικά.

Πρέπει όμως να δίνεται προσοχή, ώστε τα φάρμακα αυτά να μην αποτελούν εμπόδιο στην απόδοση και τη μάθηση, αλλά παράλληλα να ελέγχουν αποτελεσματικά τα συμπτώματα για τα οποία χρησιμοποιούνται .

Σημαντικό ρόλο παίζουν αντιχολινεργικά και γαστροκινητικά φάρμακα για την αντιμετώπιση της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης και τη ρύθμιση της λειτουργίας του εντέρου. Ιδιαίτερα χρήσιμα είναι τα συμπληρώματα διατροφής με βιταμίνες, ιχνοστοιχεία και ειδικές θρεπτικές ουσίες.

Διορθωτική αγωγή

Έχει να κάνει με τη διόρθωση συνοδών διαταραχών όπως της όρασης και της ακοής, της λειτουργίας του θυρεοειδούς, της θρέψης αλλά και ορθοπεδικών ή καρδιολογικών προβλημάτων που μπορεί να συνυπάρχουν.

Εκπαιδευτική αγωγή

Η εκπαίδευση αποτελεί τον βασικό κορμό της αντιμετώπισης της Νοητικής Υστέρησης στα παιδιά.

Η εκπαίδευση είναι αποτελεσματικότερη όταν αρχίζει νωρίς, πριν την ηλικία των 3 χρόνων, όταν χρησιμοποιεί ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα που διαθέτουν συγκεκριμένους στόχους και σαφείς μεθόδους εξάσκησής τους και όταν γίνεται σε σταθερή βάση με μικρά μεσοδιαστήματα.

Η εκπαιδευτική αγωγή απαιτεί την ενεργό συμμετοχή των γονέων και συντονίζεται από ιατρική ομάδα που συνδυάζει πολλές ειδικότητες.

Υποστηρικτική αγωγή

Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της παρέμβασης έχει και η υποστηρικτική αγωγή των γονέων.  Οι γονείς ενός παιδιού με Νοητική Υστέρηση απασχολούνται με πλήθος ερωτημάτων που σχετίζονται με την κατάσταση του παιδιού.

Τους απασχολεί αν το παιδί έχει βαριά υστέρηση, αν μπορέσει να μιλήσει και μελλοντικά να αυτοεξυπηρετηθεί.

Συχνά βασανίζονται από το ερώτημα αν έκαναν αυτοί κάτι λάθος, αν τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας κινδυνεύουν, ή αν μπορούσαν να είχαν κάνει κάτι άλλο καλύτερα.

Ο παιδίατρος πρέπει να διαθέτει τη γνώση, το χρόνο και την ικανότητα για να συζητήσει τα θέματα αυτά με τους γονείς, προκειμένου να τους ενημερώσει σωστά και να τους βοηθήσει να αποδεχθούν και να αντιμετωπίσουν από κοινού τις δυσκολίες του παιδιού τους.

Η ανάγκη ψυχοθεραπείας και συμβουλευτικής στήριξης των ατόμων με νοητική υστέρηση και των οικογενειών τους είναι μεγάλη, λόγω των συναισθηματικών διαταραχών που παρουσιάζουν τα άτομα αυτά.

Η ψυχοθεραπεία των νοητικά υστερούντων μπορεί να βασίζεται στις αρχές που διέπουν τη θεραπεία ατόμων με φυσιολογική νοημοσύνη, αλλά με προσαρμογές ανάλογα με το επίπεδο των γνωστικών και γλωσσικών ικανοτήτων του ατόμου.

Η θεραπεία είναι αποτελεσματική για ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων, ιδιαίτερα στον τομέα της αυτογνωσίας και των κοινωνικών δεξιοτήτων.

Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση των παιδιών με νοητική υστέρηση, η  επικρατούσα άποψη είναι να ενσωματώνονται τα παιδιά αυτά στα κανονικά σχολεία, καθώς έτσι μειώνεται ο κοινωνικός αποκλεισμός που υφίστανται και βελτιώνεται το νοητικό τους επίπεδο από τη συναναστροφή με συνομηλίκους φυσιολογικής νοημοσύνης.

Share to...