Διουρητικά και αντιμετώπιση της Υπέρτασης. Τι πρέπει να προσέχουμε

Ένας από τους πιο συνηθισμένους τύπους φαρμάκων για την αντιμετώπιση της υπέρτασης είναι τα διουρητικά. Αυτά τα φάρμακα μειώνουν την αρτηριακή σας πίεση βοηθώντας το σώμα σας να απαλλαγεί από την περίσσεια νερού και αλατιού μέσω των νεφρών σας, επιτρέποντας στην καρδιά σας να λειτουργεί καλύτερα.

Τα διουρητικά χορηγούνται για την αντιμετώπιση διαφόρων παθήσεων, όπως η υπέρταση (υψηλή αρτηριακή πίεση), η καρδιακή ανεπάρκεια και τα προβλήματα των νεφρών. Για την αρτηριακή πίεση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνα τους ή σε συνδυασμό με άλλο φάρμακο.

Οι κατηγορίες διουρητικών είναι οι εξής:

  • Θειαζιδικά διουρητικά
  • Διουρητικά της αγκύλης
  • Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (προστατευτικά της απώλειας καλίου)
Διουρητικά

Θειαζιδικά διουρητικά

Τα θειαζιδικά διουρητικά χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της υπέρτασης και επίσης για την αποβολή της περίσσειας υγρών ή του οιδήματος σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και ηπατική νόσο καθώς και σε ασθενείς που κάνουν χρήση στεροειδών ή θεραπεία αντικατάστασης οιστρογόνων.

Οι θειαζίδες (υδροχλωροθειαζίδη) και τα διουρητικά με παρόμοια δράση (χλωροθαλδόνη, ινδαπαμίδη) δρουν στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle και στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια και προκαλούν αυξημένη απέκκριση νατρίου και ύδατος.

Είναι διουρητικά με μέτρια ισχύ και χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση ήπιων οιδημάτων πχ. από καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς και ως αντιυπερτασικά, είτε ως μονοθεραπεία, είτε σε συνδυασμό με άλλα αντιϋπερτασικά.

Η δράση τους ξεκινά 1-2 ώρες μετά την χορήγησή τους από το στόμα και για τα περισσότερα από αυτά διαρκεί 12-24 ώρες. Χορηγούνται συνήθως τις πρωινές ώρες έτσι ώστε η διούρηση να μην παρεμποδίζει τον ύπνο.

Η υποκαλιαιμία, (ιδίως με τη χλωροθαλιδόνη) είναι, σε χρόνια χορήγηση, συχνή. Άτυπες ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλοιώσεις σε άτομα που παίρνουν χρονίως θειαζίδες, πρέπει να εγείρουν την υπόνοια υποκαλιαιμίας έστω και αν το κάλιο ορού δεν είναι σαφώς κάτω από τα κατώτερα φυσιολογικά όρια.

Αν η διούρηση που προκαλείται με θειαζίδες στις μέγιστες δόσεις τους δεν είναι ικανοποιητική, δεν αναμένεται μεγαλύτερη διούρηση με περαιτέρω αύξηση της δόσης. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να δοθούν διουρητικά της αγκύλης.

Δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των θειαζιδών. Η διάρκεια δράσης της υδροχλωροθειαζίδης είναι 6-12 ώρες. Προστίθεται συχνά σε συνδυασμούς με αντιυπερτασικά φάρμακα για την ενίσχυση της δράσης τους.

Ορισμένα κοινά θειαζιδικά διουρητικά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης είναι τα εξής:

  • Υδροχλωροθειαζίδη
  • Ινδαπαμίδη
  • Χλωροθειαζίδη
  • Μετολαζόνη
  • Χλωρταλιδόνη

Διουρητικά της αγκύλης

Τα διουρητικά της αγκύλης χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του οιδήματος σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς και σε νεφρική και ηπατική νόσο. Δρουν εμποδίζοντας την επαναρρόφηση των υγρών που περνούν από τα νεφρά σας και στη συνέχεια το πλεονάζον υγρό αποβάλλεται με τη μορφή ούρων.

Άλλα διουρητικά της αγκύλης είναι τα εξής:

  • Lasix (φουροσεμίδη)
  • Bumex (βουμετανίδη)
  • Demadex (τορσεμίδη)
  • Edecrin (αιθακρυνικό οξύ)

Δρουν ταχέως (σε μια ώρα περίπου από το στόμα, και μισή ώρα ενδοφλεβίως) και η δράση τους διαρκεί περί τις 6 ώρες.

Κυριότερη ένδειξη είναι το οξύ πνευμονικό οίδημα. Επίσης οιδήματα που δεν ανταποκρίνονται σε ηπιότερα διουρητικά.

Χορηγούνται συνήθως σποραδικά. Η διούρηση που προκαλούν είναι συνάρτηση της δόσης τους. Σε νεφρική ανεπάρκεια ενδέχεται να απαιτηθούν δόσεις έως και 10πλάσιες από τις συνήθεις.

Οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες των διουρητικών της αγκύλης είναι όμοιες με των θειαζιδών: Αφυδάτωση, υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, ουραιμία, υπερουριχαιμία, υπεργλυκαιμία.

Προκαλούν επίσης υπομαγνησιαιμία και αυξάνουν την απέκκριση ασβεστίου. Είναι δυνατόν να προκαλέσουν επίσχεση ούρων σε ασθενείς με υπερτροφία προστάτη. Τούτο είναι λιγότερο πιθανό να συμβεί όταν χορηγούνται λιγότερο δραστικά διουρητικά.

Καλιοσυντηρητικά διουρητικά

Τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά χρησιμοποιούνται συχνά ταυτόχρονα με άλλα διουρητικά για τη διατήρηση της ισορροπίας του καλίου στον οργανισμό σας. Δεν μειώνουν σημαντικά την αρτηριακή πίεση όταν χρησιμοποιούνται μόνα τους.

Πρόκειται για φάρμακα με ασθενή διουρητική και αντιυπερτασική δράση. Χαρακτηρίζονται από κατακράτηση καλίου. Χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά σε συνδυασμούς με άλλα διουρητικά κυρίως θειαζίδες.

Σκοπός του συνδυασμού είναι η προστασία από την απώλεια καλίου που προκαλούν τα άλλα διουρητικά και η ενίσχυση της διουρητικής τους δράσης.

Η χορήγηση των δύο διουρητικών είναι προτιμότερο να γίνεται χωριστά. Εντούτοις, οι σταθεροί συνδυασμοί παρουσιάζουν το πλεονέκτημα της καλύτερης συμμόρφωσης του ασθενή, ιδιαιτέρως σε ανάγκη μακροχρόνιας χορήγησης.

Σημειώνεται ότι η χρήση των σταθερών συνδυασμών δεν αίρει την ανάγκη για τακτικούς προσδιορισμούς των ηλεκτρολυτών του ορού.

Τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά είναι τα εξής:

  • Aldactone
  • Σπιρονολακτόνη
  • Αμιλορίδη
  • Τριαμτερένη

Παρενέργειες

Τα διουρητικά μπορεί να προκαλέσουν πολλές παρενέργειες, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που μπορεί να είναι επικίνδυνες. Το συγκεκριμένο φάσμα παρενεργειών είναι διαφορετικό για κάθε φάρμακο, οπότε θα πρέπει να εξοικειωθείτε με το(α) φάρμακο(α) που λαμβάνετε.

Σε γενικές γραμμές, ορισμένες συχνές παρενέργειες των διουρητικών είναι οι εξής:

  • Συχνή ούρηση: Μπορεί να χρειαστεί να ουρείτε συχνότερα από το συνηθισμένο μετά τη λήψη ενός διουρητικού. Αυτό το σύμπτωμα συνήθως υποχωρεί μετά από μερικές ώρες.
  • Διαταραχή της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών: Ενδέχεται να χάσετε ηλεκτρολύτες ( μεταξύ των οποίων νάτριο και κάλιο, ανάλογα με το φάρμακο) στα ούρα σας όταν παίρνετε ένα διουρητικό, επομένως ο γιατρός σας θα πρέπει να παρακολουθεί την ηλεκτροχημεία του αίματός σας όσο παίρνετε αυτά τα φάρμακα.
  • Αδυναμία και κόπωση: Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες συνήθως υποχωρούν μετά από μερικές εβδομάδες, καθώς συνηθίζετε το φάρμακο.
  • Μυϊκές κράμπες: Κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να εμφανιστεί όταν ένα διουρητικό οδηγεί σε χαμηλά επίπεδα καλίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γιατροί συνιστούν ένα καθημερινό συμπλήρωμα καλίου για τους ασθενείς τους που λαμβάνουν διουρητικά. Ωστόσο, μην υποθέσετε ότι χρειάζεστε ένα τέτοιο συμπλήρωμα. Αυτή είναι μια απόφαση που είναι καλύτερο να ληφθεί σε συνεργασία με τον γιατρό σας.
  • Ζάλη, θολή όραση: Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να οφείλονται στην αφυδάτωση. Να παρακολουθείτε τα συμπτώματα, τα οποία περιλαμβάνουν μειωμένη παραγωγή ούρων, υπερβολική δίψα ή ξηρότητα του στόματος ή σκουρόχρωμα ούρα. Ενημερώστε τον γιατρό σας ότι το φάρμακο μπορεί να σας προκαλεί αφυδάτωση.

Σημαντικοί προβληματισμοί

Στην αγορά κυκλοφορούν δεκάδες διαφορετικά αντιυπερτασικά φάρμακα και το καθένα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του.

Ο γιατρός σας θα πρέπει να συζητήσει μαζί σας τους κινδύνους και τα οφέλη. Ο φαρμακοποιός σας είναι επίσης μια εξαιρετική πηγή πληροφοριών για το πώς μπορεί να σας επηρεάσουν τα φάρμακα.

Για να προστατεύσετε την υγεία σας, θα πρέπει να γνωρίζετε διάφορα πράγματα σχετικά με τη λήψη διουρητικών για τον έλεγχο της υπέρτασης.

  • Όταν ο γιατρός σας συνταγογραφεί ένα διουρητικό (ή οποιοδήποτε φάρμακο), βεβαιωθείτε ότι γνωρίζει όλα τα φάρμακα – συνταγογραφούμενα ή μη – που παίρνετε. Αυτό ισχύει και για τα συμπληρώματα διατροφής και τις φυτικές θεραπείες.
  • Εξετάστε το ενδεχόμενο να παίρνετε το διουρητικό σας το πρωί, ώστε να μην ξυπνάτε τη νύχτα για να πάτε στην τουαλέτα.
  • Ενώ παίρνετε διουρητικό, ο γιατρός σας ενδεχομένως να θέλει να παρακολουθεί τακτικά την αρτηριακή σας πίεση, τα επίπεδα ηλεκτρολυτών και τη νεφρική σας λειτουργία, οπότε φροντίστε να τηρείτε όλα τα προγραμματισμένα ραντεβού σας.
  • Να θυμάστε ότι τα διουρητικά μπορεί να προκαλέσουν μη φυσιολογικά επίπεδα καλίου ή νατρίου. Εάν λαμβάνετε ένα καλιοσυντηρητικό διουρητικό, ο γιατρός σας μπορεί να σας υποδείξει να αποφεύγετε τροφές που είναι πλούσιες σε κάλιο. Στα τρόφιμα αυτά περιλαμβάνονται και ορισμένα υποκατάστατα του αλατιού.
  • Οι γυναίκες που είναι έγκυες ή θηλάζουν δεν πρέπει να χρησιμοποιούν διουρητικά.

Παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως το κάπνισμα και τα αλμυρά τρόφιμα, μπορεί να εμποδίσουν την αποτελεσματική δράση του φαρμάκου σας.

Ενημερώστε τον γιατρό σας εάν χρειάζεστε βοήθεια ή καθοδήγηση για να κόψετε το τσιγάρο ή να κάνετε αλλαγές στη διατροφή σας.

Share to...